Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

Το παραμύθι της «μετα-λιτότητας»

 

Ενα από τα βασικά «συστατικά» της κυβερνητικής επιχείρησης εξαπάτησης, που βρίσκεται σε εξέλιξη τις τελευταίες μέρες, είναι η προσπάθεια να παρουσιαστούν τα «αντισταθμίσματα», τα οποία διαπραγματεύεται η κυβέρνηση για λογαριασμό του κεφαλαίου, ως «αναπτυξιακά μέτρα», υπέρ τάχα του λαού, και ως απόδειξη ότι μπαίνουμε πλέον στην «εποχή της μετα-λιτότητας».
Στο πλαίσιο αυτό, η κυβερνητική προπαγάνδα περιστρέφεται γύρω από το περιβόητο «Εθνικό Σχέδιο Παραγωγικής Ανασυγκρότησης», που θα περιλαμβάνει 13 περιφερειακά σχέδια και σύμφωνα με κυβερνητικά στελέχη έχει ως «βασική παραδοχή» ότι «απαιτούνται δομικές αλλαγές στη διάρθρωση της οικονομίας», με «δεδομένο» ότι «η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης, ως κύρια πολιτική για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, δεν επέφερε θετικά αποτελέσματα σε σχέση με τις επενδύσεις, αλλά ούτε και σε σχέση με τις εξαγωγές».
Το ζητούμενο, σύμφωνα πάντα με το κυβερνητικό αφήγημα, είναι «η μετάβαση της χώρας σε μια οικονομία που θα παράγει προϊόντα και υπηρεσίες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, η οποία θα προσελκύει άμεσες ξένες επενδύσεις».
Στην πραγματικότητα, προσπαθούν να πείσουν το λαό ότι με τα μέτρα που ετοιμάζονται τώρα να νομοθετήσουν, τελειώνει τάχα η εποχή των περικοπών και της λιτότητας και ότι ξεκινάει μια νέα περίοδος «αναπτυξιακών αναδιαρθρώσεων» στο κράτος, στην οικονομία και στην κοινωνία, απ' όπου έχουν να κερδίσουν όλοι.
Και μόνο το γεγονός ότι η συμφωνία στο Γιούρογκρουπ προβλέπει τη νομοθέτηση νέων αντιλαϊκών μέτρων με ορίζοντα πολύ πέρα από το 2019, οπότε ο ΣΥΡΙΖΑ διατείνεται ότι «τελειώνει η λιτότητα», αποδεικνύει ότι στη «συνταγή» διαχείρισης της κυβέρνησης κάθε άλλο παρά «ξένο σώμα» είναι τα μέτρα που τσακίζουν περαιτέρω την τιμή της εργατικής δύναμης και επιχειρούν, ταυτόχρονα, να απαξιώσουν παραπέρα τα υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια που λειτουργούν ως «βαρίδι» για την καπιταλιστική ανάκαμψη.
Σε κάθε περίπτωση, το όποιο «τέλος της λιτότητας» αφορά το εγχώριο κεφάλαιο, που αναζητά νέο ζεστό χρήμα, φοροαπαλλαγές και εισφοροαπαλλαγές, και όχι βέβαια το λαό, που θα συνεχίσει να φορτώνεται τα σπασμένα για να «βγαίνουν» τα ματωμένα πλεονάσματα και οι υπόλοιποι αντιλαϊκοί στόχοι.
Ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι εκείνο που παρουσιάζει η κυβέρνηση ως «αναπτυξιακό μοντέλο» υπέρ του λαού, σηματοδοτεί την ένταση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης.
Αλλωστε, η «υψηλή προστιθέμενη αξία» για το κεφάλαιο, που λέει η κυβέρνηση, αλλά και η αύξηση της παραγωγικότητας, ως βασικό στοιχείο της «ανταγωνιστικότητας» και της κερδοφορίας του κεφαλαίου, έχουν ως προϋπόθεση το βάθεμα της εργασιακής εκμετάλλευσης.
Εξάλλου, και η προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων δεν θα γίνει στο κενό, αλλά στο έδαφος που διαμορφώνουν η ισοπέδωση εργατικών - συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, οι νέες προκλητικές φοροαπαλλαγές και λοιπές διευκολύνσεις του αστικού κράτους προς το κεφάλαιο, όπως αποτυπώνονται από βδομάδα σε βδομάδα στα σχετικά δελτία του ΣΕΒ.
Ο προσανατολισμός στην «ενίσχυση των συνεργασιών των επιχειρήσεων», σε μέτρα δηλαδή διευκόλυνσης της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, ως προϋπόθεση για ένα νέο γύρο καπιταλιστικής συσσώρευσης, σημαίνει ταυτόχρονα ένταση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης.
Τέλος, ο «εξαγωγικός προσανατολισμός» μιας τέτοιας ανάπτυξης αποτυπώνει ότι κάθε άλλο παρά η κάλυψη των λαϊκών αναγκών μπορεί να βρεθεί στο επίκεντρο των διαφόρων εκδοχών της αστικής διαχείρισης.
Οι εργατικές - λαϊκές ανάγκες έτσι κι αλλιώς δε «χωράνε» σε καμία από τις εκδοχές και τα σχέδια για την καπιταλιστική ανάκαμψη, που περνάει απαραίτητα μέσα από την ένταση της εκμετάλλευσης και την ισοπέδωση των εργατικών - λαϊκών δικαιωμάτων. Οι μεγάλες παραγωγικές δυνατότητες της χώρας μπορούν να αξιοποιηθούν προς όφελος της εργατικής τάξης μόνο σε σύγκρουση με το κεφάλαιο και την εξουσία του, με πάλη για να περάσουν ο τεράστιος πλούτος που παράγει, τα μέσα παραγωγής και η εξουσία στα δικά της χέρια.
                                                                                                                                             "Ρ"